Εκτύπωση
Κατηγορία: Τέχνη και πολιτισμός
Εμφανίσεις: 804

penoneΤον τελευταίο καιρό, η πλειοψηφία των ανθρώπων της Τέχνης στην Κύπρο αναρωτιέται γιατί οι Ευρωπαίοι καλλιτέχνες λαμβάνουν τόση ψηλή οικονομική βοήθεια από τις κυβερνήσεις τους στην περίοδο της πανδημίας, σε αντίθεση με τους ίδιους που ακόμη αγωνίζονται για τα αυτονόητα. Η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτή την εξίσωση του πολιτισμού, της οποίας το αποτέλεσμα στη χώρα μας βγαίνει πάντα λάθος, κράτος και καλλιτέχνες έχουμε το ίδιο μερίδιο ευθύνης. Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν θα έπρεπε να ήταν:


Γιατί στην υπόλοιπη Ευρώπη το κράτος επενδύει στην Τέχνη ενώ στην Κύπρο επενδύει σε καλλιτέχνες, δηλαδή σε άτομα;

Διότι εκεί έχει τις ρίζες του το πρόβλημα. Τα περισσότερα ταμεία στήριξης που εκτάκτως έχουν δημιουργηθεί στις Ευρωπαϊκές χώρες ονομάζονται ταμεία στήριξης του πολιτισμού (όχι των καλλιτεχνών) και σε πολλά από αυτά συμπεριλαμβάνονται και άλλοι τομείς όπως ο τουρισμός ή τα θεματικά πάρκα. Στην προσπάθεια επαναλειτουργίας της καταρρακωμένης οικονομίας τους, τα διάφορα κράτη κάνουν τονωτικές ενέσεις στους κερδοφόρους τομείς της κοινωνίας στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτισμός. Όταν ο τομέας του πολιτισμού ανάμεσα στα κράτη μέλη αποτελεί το 2.8% του Ευρωπαϊκού ΑΕΠ και οι εργαζόμενοι στον τομέα αυτό αγγίζουν το 3% των εργαζομένων στη Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε δικαιολογούνται και τα αστρονομικά ποσά που γυροφέρνουν τον τελευταίο καιρό στις διάφορες διαδικτυακές συζητήσεις. Τα Ευρωπαϊκά κράτη επένδυαν ανέκαθεν στις τέχνες διότι αυτές μπορούσαν να τους αποφέρουν κέρδη, όχι οι καλλιτέχνες. Ως κυριότερη μέθοδος στήριξης των παραστατικών τεχνών σε πολλές χώρες της Ευρώπης αποφασίστηκε να είναι η επιχορήγηση του εισιτηρίου σε θέατρα, σινεμά και συναυλίες παρά η οικονομική ενίσχυση απευθείας των καλλιτεχνών, ενώ στο παράδειγμα της Ιταλίας, όσο αφορά τους εικαστικούς καλλιτέχνες, επιχορηγείται εκτάκτως η αγορά έργων τέχνης Ιταλών καλλιτεχνών από τις γκαλερί με ποσοστό 80%. Ο λόγος φυσικά που η Ιταλική κυβέρνηση στηρίζει τις γκαλερί δεν είναι επειδή μέσα σε δύο μήνες άλλαξε το καπιταλιστικό, νεοφιλελεύθερο μοντέλο διακυβέρνησής της. Αλλά επειδή οι 500 μεγαλύτερες γκαλερί της Ιταλίας εργοδοτούν κατά μέσο όρο 20 άτομα η κάθε μια και επειδή το 70% των (φορολογούμενων) κερδών τους προέρχονται από πωλήσεις έργων από «αγορές» που διοργανώνονται μια ή δύο φορές το χρόνο και στις οποίες συμμετέχουν οι μεγαλύτεροι συλλέκτες του κόσμου. Ένας ολόκληρος μηχανισμός επένδυσης και στήριξης του πολιτισμού στον οποίο κερδίζουν θεωρητικά και οι δύο πλευρές.

Δυστυχώς η μέθοδος διαχείρισης του πολιτισμού στην Κύπρο περιοριζόταν πάντα στη στήριξη καλλιτεχνών, όχι στη στήριξη των Τεχνών. Όσοι ασχολούνται με τον πολιτισμό στη χώρα μας γνωρίζουν πολύ καλά την κατάσταση. Πρόκειται ουσιαστικά για μια λίστα περίπου 10 – 20 καλλιτεχνών με πρόσκαιρες μικρο-προσθαφαιρέσεις είτε για δημιουργία άλλοθι είτε για να κρατά τους υπόλοιπους καλλιτέχνες παροπλισμένους σε ένα καθεστώς υποψήφιου ευνοούμενου (σώπα μην μιλήσεις, μπορεί να είσαι εσύ ο επόμενος εκλεκτός! ). Εκείνοι οι οποίοι καθηκόντως διαχειρίζονται το πολιτιστικό προϊόν της χώρας μας, αντί να επενδύσουν στην Τέχνη, περιορίζονται απλώς σε μια διαχείριση κονδυλίων μοιράζοντας την πίττα του προϋπολογισμού στους εκλεκτούς αυλικούς του συστήματος. Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε ακόμη μια παρανόηση ανάμεσα στους καλλιτέχνες.


Ότι η Τέχνη γίνεται μόνο με κρατική στήριξη, κονδύλια και χορηγίες.


Η Τέχνη στηριζόταν πάντα σε ατομικές πρωτοβουλίες. Η οικονομική ή άλλη στήριξη από πλευράς κράτους ή άλλων φορέων είναι πάντα επιθυμητή και καλοδεχούμενη όμως δεν είναι ποτέ προϋπόθεση για την καλλιτεχνική δημιουργία. Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα ο Μιχαηλάγγελος χωρίς τους Μεδίκους να μην ήταν αυτός που είναι σήμερα, όπως και ο Τζάκσον Πόλοκ χωρίς το γραφείο προπαγάνδας των Αμερικανικών μυστικών Υπηρεσιών, όμως η Τέχνη δεν θα έπαυε σε καμία περίπτωση να υπάρχει. Οφείλουμε να ήμαστε ειλικρινείς απέναντι στους εαυτούς μας και απέναντι στην κοινωνία. Οι καλλιτέχνες και η Τέχνη ταυτίζονται ως το σημείο που ταυτίζονται οι ιερείς με τη θρησκεία ή οι μάγειρες με τη γεύση. Ας σταματήσουμε να προβάλουμε την αξία, διεκδικώντας οφέλη για τους λειτουργούς της. Δεν είμαστε η Τέχνη, είμαστε οι υπηρέτες της και μπορούμε μια χαρά να την υπηρετήσουμε και χωρίς κονδύλια. Δύσκολα, αλλά μπορούμε. Όταν ο Σικελιανός στεκόταν στωικός γίγαντας, στην ουρά για να πάρει συσσίτιο με την καραβάνα στο χέρι, στα χρόνια της κατοχής, ούτε έπαψε να γράφει ποίηση ούτε η Τέχνη έγινε φτωχότερη.


Η Ιστορία της Τέχνης, που στην ουσία είναι και ιστορία του ανθρώπου, μας αποδεικνύει πάντα ότι μετά από μεγάλες καταστροφές, πολύ μεγαλύτερες από αυτή την πανδημία, η Τέχνη στάθηκε ξανά στα πόδια της χωρίς κρατικά σχέδια οικονομικής στήριξης. Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ζωγράφοι άρχισαν και πάλι να ζωγραφίζουν με μπογιές των παπουτσιών πάνω σε σεντόνια και κουβέρτες, οι σκηνοθέτες έπαιρναν τους ανθρώπους από τους δρόμους και τους βάφτιζαν ηθοποιούς για μια μέρα ενώ οι μουσικού έβγαιναν στα πεζοδρόμια και έπαιζαν τα κομμάτια τους με μισές χορδές στα όργανα τους. Και η Τέχνη πήγε μπροστά και άνθισε και έλαμψε.


Οι καλλιτέχνες πρέπει να στηριχθούν


Όλα τα προβλήματα των καλλιτεχνών τα οποία έχουν βγει στην επιφάνεια λόγο των περιοριστικών μέτρων πρέπει επιτέλους να αντιμετωπιστούν και να λυθούν. Όπως το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων, το πρόβλημα της κατοχύρωσης του επαγγέλματος για σκοπούς κρατικής ασφάλισης και συνταξιοδότησης και το θέμα των συλλογικών συμβάσεων ή των συμβολαίων σε διάφορα επαγγέλματα του πολιτισμού. Επίσης όλες οι προγραμματισμένες, καλλιτεχνικές δραστηριότητες που έχουν ακυρωθεί λόγω μέτρων πρέπει να αποζημιωθούν. Οι ιδιοκτήτες χώρων πολιτισμού πρέπει να απαλλαγούν από διάφορες οικονομικές υποχρεώσεις που αφορούν δόσεις δανείων, κρατικές ή δημοτικές φορολογίες. Γι’ αυτά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Οι καλλιτέχνες πρέπει να στηριχθούν όπως και όλοι οι άνθρωποι που έχουν πληγεί λόγω της πανδημίας. Ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να καταφεύγουμε σε ρητορικές θυματοποίησης ούτε να διακατεχόμαστε από αισθήματα ανωτερότητας ή μοναδικότητας. Εάν στη διάρκεια της καραντίνας μας κράτησε συντροφιά ένα βιβλίο ή μια ταινία και αν τραγουδήσαμε στα μπαλκόνια αυτό δεν κάνει τους καλλιτέχνες σημαντικότερους από τον ντελιβερά που μας έφερε το φαγητό στην πόρτα μας (ανέπαφα) ή τον κλητήρα που πήρε φάρμακα σε κάποιο ηλικιωμένο; Για να μην αναφερθούμε στους επαγγελματίες υγείας. Αχρείαστες είναι και όλες οι εκείνες οι ακτιβιστικές πρωτοβουλίες εν είδη καλλιτεχνικής διαμαρτυρίας. Δεν χρειάζεται ούτε να τιμωρήσουμε κανένα (αλήθεια ποιόν; ) ούτε να γεμίσουμε ενοχές όσους δεν είναι καλλιτέχνες ούτε να επινοήσουμε εχθρούς για να αποκτήσουμε λόγο ύπαρξης.


Ο σκοπός αγιάζει τα συμφέροντα…


Ο Walter Santagata, στο βιβλίο του The Culture Factory, εξηγεί πως σε αντίθεση με το τί συμβαίνει στην Αμερική, στην Ευρώπη η Τέχνη αποτελούσε ανέκαθεν ένα ταμπού για την πολιτική. Στην ουσία, καμία κυβέρνηση δεν τολμά ποτέ να τα βάλει ανοιχτά με τους καλλιτέχνες ενώ κανένα κόμμα δεν χάνει την ευκαιρία να τους συμπαρασταθεί. Σ’ αυτό πρέπει να πω ότι η Κυπριακή πραγματικότητα συμβαδίζει πλήρως με τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά κράτη. Παρ όλους τους κομματικούς εγκλωβισμούς και τις πολιτικές πεποιθήσεις του καθενός, η προσήλωση στην Τέχνη οφείλει να είναι αδιαμφισβήτητη. Ο πολιτικός που υπερασπίζεται την τέχνη μοιάζει με τον πολιτικό που στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας παίρνει στην αγκαλιά του ένα παιδί από το πλήθος και το φιλά. Επικαλείται το συναίσθημα του ψηφοφόρου. Αν θέλουμε ειλικρινά να στηρίξουμε την Τέχνη, πρέπει να την προστατεύσουμε από κομματικούς ή πολιτικούς χρωματισμούς. Το παραμύθι ότι πολιτικά κόμματα υπερασπίζονται ανιδιοτελώς την Τέχνη δεν μπορεί να λέγεται από ανθρώπους που υπηρετούν το ελεύθερο πνεύμα. Γιατί αλλιώς, ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα αλλά αγιάζει τα συμφέροντα. Και είναι γι αυτό που βρισκόμαστε σήμερα σ’ αυτή την κατάσταση. Κάθε φορά που ένα κομματικό στέλεχος αγκαλιάζει έναν καλλιτέχνη, το μαύρο τετράγωνο του Μάλεβιτς ξεθωριάζει.


Άλλαξε ο Μανωλιός…


Ότι είμαι, και αυτά τα λίγα που έκανα, δεν τα χρωστώ σε κανένα. Δεν είμαι αυτό που λέμε «συστημικός», δεν εξυπηρετώ συμφέροντα και δεν επιδιώκω ανταλλάγματα για τίποτα. Γι αυτό και στο χώρο της Κυπριακής Τέχνης μέχρι πρόσφατα βρισκόμουν στην κατηγορία «άγνωστος - αδιάφορος». Μόνο τον τελευταίο καιρό έχω περάσει νομίζω στην κατηγορία «άγνωστος - ενοχλητικός». Το πληρώνω φυσικά ακριβά αλλά τουλάχιστον μπορώ να κοιτάζω την Τέχνη μου κατάματα και να μην ντρέπομαι. Έτσι μπορώ να λέω άφοβα την άποψη μου χωρίς ενδοιασμούς.


Είναι λοιπόν παράδοξο το γεγονός ότι πολλοί από εκείνους που τώρα πρωταγωνιστούν στον αγώνα των καλλιτεχνών για κοινωνική ισότητα εν μέσω πανδημίας, είναι ως επί το πλείστον εκείνοι που μέχρι τώρα ευθύνονταν για την καλλιτεχνική «ανισότητα» στο χώρο της Κυπριακής Τέχνης. Είναι άξιο απορίας πώς ξαφνικά οι υποστηρικτές της καλλιτεχνικής ελίτ, οι άνθρωποι που ανερυθρίαστα απαιτούσαν με κάθε μέσο την αποκλειστικότητα σε όλα τα κρατικά κονδύλια, τώρα εμφανίζονται ως οι Ρομπέν των καλλιτεχνών που θα διεκδικήσουν τις χορηγίες και θα τις μοιράσουν στους υπόλοιπους καλλιτέχνες!


Όσο η κρατική στήριξη που ζητούν οι καλλιτέχνες έχει όνομα και επίθετο, η ιστορία είναι καταδικασμένη να επαναλαμβάνεται. Τα ίδια άτομα θα λάβουν τη βοήθεια, τα ίδια κομματικά συμφέροντα θα προωθηθούν και οι υπόλοιποι καλλιτέχνες θα συνεχίσουν να ζουν στο καλλιτεχνικό περιθώριο νομίζοντας ότι δεν είναι αρκετά καλοί για να αξίζουν μια χορηγία ή έστω μια ευκαιρία. Η ανύπαρκτη κρατική στρατηγική για τον πολιτισμό οφείλει κάποια στιγμή να κωδικοποιηθεί σε ένα συγκεκριμένο μακροπρόθεσμο σχέδιο. Οι μέτριοι κρατικοί λειτουργοί της τέχνης, πρέπει να παραχωρήσουν τη θέση τους σε ανθρώπους ελεύθερους, με όραμα, χωρίς κομματικές αγκυλώσεις, συμφέροντα και επαρχιώτικες νοοτροπίες. Σε ανθρώπους έτοιμους να στηρίξουν με κάθε κόστος τις Τέχνες και όχι τους καλλιτέχνες.


Αυτή η περίοδος του κατ’ οίκον περιορισμου θα μπορούσε να χρησιμεύσει για να καταλάβουμε όλοι τι πραγματικά λείπει από την κοινωνία μας στο κεφάλαιο του πολιτισμού. Λοιπόν δε μας λείπουν οι εκθέσεις τέχνης, τα θέατρα, ο κινηματογράφος και τα κονσέρτα. Ειλικρινά, δε νομίζω να πάθουμε κανένα στερητικό σύνδρομο αν ζήσουμε δυο μήνες χωρίς αυτά. Έχουμε όμως τη μοναδική ευκαιρία, μετά που θα περάσουμε τα όρια της πλήξης και της βαρεμάρας από τον εγκλεισμό, να αρχίσουμε να γινόμαστε ο καθένας με τον τρόπο του, δημιουργικοί. Έχουμε με άλλα λόγια την ευκαιρία να βιώσουμε τη μαγεία της δημιουργίας και να συνειδητοποιήσουμε ότι εκείνο που πραγματικά μας λείπει είναι η αγνή Τέχνη που φτιάχνεται από πάθος και εμμονές. Με αφοσίωση σαν αλχημιστική τελετουργία. Και με χαρά σαν παιδί που ξεχνιέται στο παιχνίδι του. Αυτή είναι η Τέχνη που μας λείπει.


Όχι η επώνυμη τέχνη εσωτερικής κατανάλωσης. Όχι οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις αυτοεπιβεβαίωσης και οι πασαρέλες γυμνών Βασιλιάδων. Οι έγκριτοι, οι καταξιωμένοι και οι διεθνής μας κούρασαν. Αν υπάρχει μια ελπίδα για την Τέχνη σ΄αυτή την ιστορία είναι αυτή. Αλλιώς κάντε υπομονή να αρθούν τα μέτρα, να περάσουμε στην καθημερινότητά μας και όλα θα παν καλά…