mariΤα ηλεκτρονικά ρολόγια αναβοσβήνουν παντού.

Τα πράσινα ηλεκτρονικά ψηφία τους σχηματίζουν άγνωστες ώρες, ακαταλαβίστικες.

Η ώρα δεν φτιάχνεται ποτέ.

Κάθεται στο πλάι , με το ένα πόδι ακουμπισμένο στη λαγουδέρα.

Μικρές κινήσεις. Ίσα ισα να διορθώνει την πορεία του κάθε λίγο.

Η θάλασσα δεν θέλει απότομα. Ούτε νευρικές μανούβρες.

Κρατά τη σκότα στα χέρια και την τυλίγει στα δάχτυλα.

 

Μια βαριά ,ολόασπρη ομίχλη, κάθισε από νωρίς πάνω στο τοπίο. Πάνω στις στέγες του χωριού, στους λιγοστούς κατοίκους που ακόμα κυκλοφορούν, στους σκοτεινούς δρόμους. Τυλίχτηκε ακόμα και γύρω απο τα δέντρα του δάσους , σαν μαλλί της γριάς σε πανηγύρι. Δεν ακούω τίποτα άλλο, εκτός απο τα βήματα μου και τη γρήγορη ανάσα μου στον ανήφορο. Πλησίασα πολύ στην εκκλησία, για να ακούσω επιτέλους τις φωνές των ψαλτάδων. «Ορεσίβιοι ψάλτηδες» έτσι όπως τους περιέγραψε ο Γκανάς. «Σηκώνουν τα κοντάκια σαν πούπουλο, γεμίζουν με θεό σαν μαστραπάδες» Βρέχει και κάνει κρύο. Κι έτσι όπως μ’αρέσει να παιδεύομαι με τις λέξεις, σκέφτομαι «Πάσχα χειμωνιάτικα, ή χειμώνας Πασχαλιάτικα;»

Προτείνω να βρεθούμε μια μέρα σε μια μεγάλη αίθουσα.

Απ'αυτές στα παραμύθια, με τις πριγκίπισσες και τους ιππότες.

Θα είναι όλοι εκεί.

Φτωχοί και πλούσιοι, υπάλληλοι, προϊστάμενοι, Γενικοί Διευθυντές , εκπρόσωποι βουλευτές. Αξιωματούχοι, συνταξιούχοι , άνεργοι και φοιτητές.

"Θα αλλάξουμε λοιπόν τις έννοιες ." είπε με αυστηρό ύφος.

"Θα τις φέρουμε στα μέτρα μας. Μπορούμε! 'Αν αυτό απαιτεί το συμφέρον που υπερασπιζόμαστε!"