Αμίλητος. Το νιώθω πως φλερτάρεις με τις Μούσες, όσες κι αν είναι, όσες κι αν έμελλε να ήταν. Πάνω στο ανέκφραστο σου πρόσωπο κάνουν σπασμούς οι μύες και καταλαβαίνω πως ένα κομμάτι σου είναι ακόμα μαζί μου. Κάθε φορά που συναντώ το βλέμμα σου λέω να σου πω τα πάρα πολλά που θα ήθελα, μα κάθε φορά τα ξεχνώ. Απ’ τ’ αυτιά μου περνούν γαβγίσματα και κλαψουρίσματα και ο ήχος από μια σκούπα. Καθώς εύχομαι να τα άκουγες μαζί μου, ανακοινώνεις μεγαλόφωνα μια λίστα με σκηνές «με τα υπόλοιπα». «Αυτά που δεν ακούγονται, παρά μόνο αν δηλώσεις την απουσία τους»:

 

Η απουσία του θροΐσματος των δέντρων πίσω από την εκκλησία.

H ανάμνησή του.

Η ιδέα ότι πίσω απ’ το πυκνό πράσινο κάτι κινείται κι ανασαίνει.

Η υπόθεση ότι άρχισε να φυσά.

Ο ήχος της σκόνης που σέρνεται στο τσιμέντο.

Η φαντασίωση ότι ο άνεμος σηκώνει τη φούστα της γυναίκας με τη σκούπα.

Το μονότονο πηγαινέλα της σκούπας στην απέναντι βεράντα.

Η ιδέα ότι η φούστα φτάνει λίγο πιο κάτω απ’ το γόνατο κι ότι η γυναίκα βρίζει το Θεό που πάλι της ρίχνει τη σκόνη που μόλις έδιωξε από τη βεράντα.

Στη συνέχεια, λες, η γυναίκα τρέχει βιαστικά να κλειστεί στο σπίτι για να γλιτώσει από τις κακουχίες και να μετανοήσει για τη βιαστική της, κολασμένη παρεξήγηση.

Η πόρτα κλείνει σαν σε εξομολογητήριο.

Σιγανά, μα ερμητικά.

 

Από εκεί ψηλά που ξαπλώνεις, νομίζεις ότι μπορείς να μαντέψεις το διαβολικό παρελθόν αυτής της γυναίκας και το πολύ παλιότερο, το διαβολεμένο αυτού που κρύβεται κάτω απ’ τη φούστα, ακόμα και το παρελθόν της σκούπας: «Θα ξεκίνησε σίγουρα από κάποια παλιά σαλοτραπεζαρία, πολύ παλιά. Πέρασε στο εργοστάσιο με όλα τα παλιά μας έπιπλα και βγήκε λεία ξύλινη σκούπα, παλιού τύπου. Επέστρεψε πάλι στην ιδιοκτήτρια της πρώην τραπεζαρίας, αυτό θα πει κατάρα», ανακουφίζεσαι και συνεχίζεις. «Γι’ αυτό και η μονοτονία στο χορό της, γι’ αυτό και η μυρωδιά της γυναίκας είναι επίσης μονότονη και επιπρόσθετα μονόχνωτη». Κι αυτήν την μαντεύεις, με μια ευκολία αβάσταχτη.

Τα δάκτυλα πιάνουν ξανά τις χορδές, ξεκινά ένας σιγανός ύμνος για το μικρό σου σύμπαν. Με κάτι δειλές εκφορές των κατά τ’ άλλα θρασύτατων λέξεων που αρέσκεται η αρρωστιάρικη φωνή σου, προσπαθείς να φωτίσεις το δωμάτιο. Συγχωρώ την Ευτέρπη και όλες τις αδερφές της, σε ρωτώ αν προσεύχεσαι για μένα, εσύ τραγουδάς μια γητειά πολύ μακρινή. Το παρελθόν της δεν θα μπορούσα ποτέ να το πλησιάσω.

– Για σένα και όλο τον κόσμο, μου λες.

– Και για τη μυρωδιά της γυναίκας; σε ρωτώ επίμονα.

Δεν μπορείς να πεις αν αυτή εσωκλείεται στο φάκελο με τα όλα.

– Για το χορό της σκούπας; Για τον άνεμο; γίνομαι ανήσυχη.

– Για όλα, για τον άνεμο, για τη σκούπα, για τα σκυλιά, για τη σκόνη και για όλο τον κόσμο! απαντάς βιαστικά, γελάς, χωρίς να χάνεις το ρυθμό.

Οι προσευχές σου είναι πιο πολύ σαν όνειρα, για τον πιλότο Νάγκελ προσεύχεσαι πιο συχνά μου εξηγείς και, «πόσο θα ήθελα να του έμοιαζα λίγο», σκέφτομαι. Προσεύχεσαι για τις αλήθειες εκείνου του άλλου κόσμου, του υπόλοιπου, που δεν τον ζεις. Δεν ξέρεις όμως αν όλες τις φορές που είπες ότι αγαπάς όλο το σύμπαν ήταν όλοι αυτοί συμπεριλαμβανόμενοι.

– Και για μένα;

– Και για σένα.

– Μέσα σε όλο τον κόσμο!; τα μάτια μου γουρλώνουν και νομίζω πως αυτό φταίει και διάβασες στο βλέμμα μου ένα τεράστιο «Ο».

– Όχι! Για σένα προσεύχομαι ξεχωριστά βέβαια!

Κλείνω τα μάτια για να σχηματίσω δυο βαρκούλες, κλείνω μέσα τους το εγώ μου και το ταξιδεύω. Ψάχνω να το μπαρκάρω στο απέραντο αυτού του μικρού όλου. Προσεύχομαι για σένα, τη μυρωδιά, τον αέρα και καταλήγω: για όλο τον κόσμο. Αλλά όταν κάποτε προσεύχεσαι εσύ για μένα και όλο τον κόσμο, βάλε με αν μπορείς στο σύνολο εκείνου του μικρού σου σύμπαντος, νιώθω μεγάλη μοναξιά στις προσευχές σου.