Εκτύπωση
Κατηγορία: Ημερολόγια
Εμφανίσεις: 4658

απ’τις 9 που άναψα τη λάμπα…Σ'όλη τη διαδρομή προς το σπίτι άκουγα Καβάφη. Και για πρώτη φορά ο φωνή του Γ.Π.Σαββίδη δεν με ενόχλησε. Μακρόσυρτες προπαραλήγουσες και παρατεταμένα σίγμα .Άκουγα τις λέξεις να βγαίνουν νωχελικά από το στόμα του και να γεμίζουν το αυτοκίνητο.

 

Σήμερα ήταν καλοκαίρι. Και δε μιλάω για μια καλοκαιρινή μέρα. Μιλώ για τη ζέστη που λιώνει την άσφαλτο. Μιλώ για 36 βαθμούς Κελσίου που πολλαπλασιάζονται εγκληματικά μέσα σ'ένα αυτοκίνητο κλειστό από το πρωί  και στις 1 το μεσημέρι μπορεί να γίνονται και 45. Κλεισμένος στη σιγουριά του κλιματιστικού, κοιτούσα απ'τα παράθυρα το καλοκαίρι να έρχεται. Σαν επιδρομέας να φτάνει από παντού και να υποτάσσει στη δύναμη του τα χωράφια, που ξαφνικά έγιναν κατακίτρινα και ξερά, τους εργάτες που ίδρωναν δουλεύοντας στο δρόμο, στις οικοδομές.

«...απ'τις 9 που άναψα τη λάμπα...»

Και το'χω ακούσει εκατοντάδες φορές.

Το cd το έχω σχεδόν ένα χρόνο στο αυτοκίνητο.

«...απ'τις 9 που άναψα τη λάμπα...»

Ξέρω πως στην τέχνη δεν πρέπει να φτάνεις σαν ιατροδικαστής στη σκηνή του εγκλήματος.

Ξέρω επίσης ότι η παρατηρητικότητα κάνει κακό στην τέχνη γιατί  «...στο τέλος καταλήγεις να βλέπεις τα σύννεφα για σύννεφα...».

«...απ'τις 9 που άναψα τη λάμπα...»

Πήγαινα με 120 σταθερά πάνω στον ίδιο δρόμο που πριν δέκα μέρες , σε κάποια σημεία του το πρωί έβρισκες ακόμα νερό από την υγρασία ή από τη νυχτερινή μπόρα. Η θάλασσα μόλις που φαινόταν στον ορίζοντα. Την έβλεπα από το καθρεφτάκι να απομακρύνεται κι έμοιαζε σαν όαση που άφηνα πίσω μου.

«Στο εσωτερικό η θερμοκρασία θα είναι μέχρι και 4 βαθμούς ψηλότερη  από τα παράλια», έλεγε στο δελτίο. Κατευθυνόμουν στο μάτι του  καύσωνα σαν εκείνους τους κυνηγούς τυφώνων.

«...απ'τις 9 που άναψα τη λάμπα...»

Έγινε 9 για να ανάψει τη λάμπα;

Θα πρέπει να ήταν καλοκαίρι, σκέφτηκα.

Γι αυτό αργούσε να νυχτώσει.Ένα ζεστό, πυρωμένο απόγευμα του Αυγούστου.Ώρες μετά κι από την τελευταία ακτίνα του Ρα πάνω από τον Αλεξανδρινό ουρανό.Και από τα βρώμικα σοκάκια ένοιωθες ακόμα να εξατμίζεται η βουή της μέρας.Πίσω από τα γυρτά παράθυρα και τις περσιάνες,  οι τελευταίες φωνές ενός πλανόδιου πωλητή. Μια σχεδόν τελετουργική διαδικασία  μιας ολόκληρης πόλης. Το πέρασμα από το λιοπύρι της μέρας στο δροσερό βάλσαμο του απογεύματος, στο μυστήριο σκοτάδι της νύχτας.

Είχα φτάσει στη Λευκωσία. Το πράσινο στα πρώτα φανάρια είχε μόλις ανάψει.Κι εγώ, που δεν ήμουν στο ρυθμό της πόλης άργησα κάτι στιγμές να εκκινήσω.

Φεύγοντας  πρόλαβα να δω από πίσω μου τους οδηγούς που χειρονομούσαν φωνάζοντας.