dreamΠερπατώ σε ένα στενό πέτρινο δρομάκι ανάμεσα σε παλιά σπίτια. Ξαφνικά βλέπω μπροστά μου, σε μια απόσταση από μένα, ένα ηλικιωμένο κύριο να στέκει ακίνητος έχοντας γυρισμένη την πλάτη. Είναι εύσωμος με λιγοστά αλλά αρκετά μακριά μαλλιά και γένια. Φοράει ένα πουκάμισο, παντελόνι και τιράντες νομίζω. Γυρίζει και με βλέπει με ένα γλυκό, ζεστό χαμόγελο. Νοιώθω ότι τον ξέρω. Ή ακόμα καλύτερα, ότι κάτι μας ενώνει αλλά δεν ξέρω τί. Σηκώνει το χέρι και με μια απότομη κίνηση μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω. Το πρόσωπο του έχει μια έκφραση σαν να μου λέει “έχε μου εμπιστοσύνη!”. 

paraponoἈναρωτιέμαι μερικὲς φορές: εἶμαι ἐγὼ ποὺ σκέφτομαι καθημερινὰ πὼς ἡ ζωή μου εἶναι μία; Ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι τὸ ξεχνοῦν; Ἢ πιστεύουν πὼς θὰ ἔχουν κι ἄλλες, πολλὲς ζωές, γιὰ νὰ κερδίσουν τὸν χρόνο ποὺ σπαταλοῦν;

Μοῦτρα. Ν᾿ ἀντικρίζεις τὴ ζωὴ μὲ μοῦτρα. Τὴ μέρα, τὴν κάθε σου μέρα. Νὰ περιμένεις τὴν Παρασκευὴ ποὺ θὰ φέρει τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ γιὰ νὰ ζήσεις. Κι ὕστερα νὰ μὴ φτάνει οὔτε κι αὐτό, νὰ χρειάζεται νὰ περιμένεις τὶς διακοπές. Καὶ μετὰ οὔτε κι αὐτὲς νὰ εἶναι ἀρκετές. Νὰ περιμένεις μεγάλες στιγμές. Νὰ μὴν τὶς ἐπιδιώκεις, νὰ τὶς περιμένεις.

Βρίσκομαι σ'ένα μικρό, σκιερό σπίτι. Έξω ο ήλιος καίει. Καταμεσήμερο. Μεγάλα ξύλινα παράθυρα ανοιχτά. Οι λεπτές άσπρες κουρτίνες κυματίζουν απαλά και χαιδεύουν τους δροσερούς τοίχους. Ψηλόλιγνες μπαλκονόπορτες ανοίγουν σε στεγασμένες βεράντες με πλάκες. Φρεσκοποτισμένα γεράνια και βασιλικοί σε παλιές πήλινες γλάστρες. Πιο έξω απλώνεται ένα πύρινο αφιλόξενο τοπίο που βράζει κάτω από τον μεσημεριάτικο ήλιο. Κιτρινισμένα ηφαιστειογενή πετρώματα  καταλήγουν απότομα στο βαθύ μπλε της θάλασσας.  Σαν λάβα, που εκατομμύρια χρόνια μετά, ακόμα επιστρέφει φλεγόμενη στην αγκαλιά της θάλασσας να σωθεί.  Κανένα ίχνος δέντρου.  Μια άγονη πρωτόγονη ομορφιά που καθηλώνει. Μυρίζει ζέστη και αλμύρα. 

SoulΚάποιες φορές γεμίζω ανεξέλεγκτα. Λες και οι βαλβίδες ασφαλείας μου παθαίνουν βλάβη και οι μικρές στιγμές που προσεχτικά συλλέγω για χρόνια, αρχίζουν να συνωστίζονται επικίνδυνα στην είσοδο της ψυχής μου. Τίποτα φυσικά δεν γίνεται χωρίς να το θέλω. Όμως οι μικρές μου στιγμές, αυτές που με κρατούν στη ζωή, τρελαίνονται ξαφνικά, και σαν αυτοάνοση ασθένεια αρχίζουν να μου επιτίθενται. Φουσκώνω και τεντώνω σαν τεράστιο μπαλόνι. Όλο λέω πως δεν χωράω άλλο, κι όλο γεμίζω.

Λοιπόν εγώ με όλη αυτή την κρίση και το κούρεμα, πρέπει να ομολογήσω πως δεν έχασα πολλά.
Τί λέω. Δέν έχασα τίποτα. Ευτυχώς. Όχι πως δεν έχω καταθέσεις. Έχω και αρκετές μάλιστα. Μια ζωή δουλεύω και αποταμιεύω. Απλά έκανα τις  σωστές επενδύσεις.