Εκτύπωση
Κατηγορία: Κοινωνία
Εμφανίσεις: 15447

Η γαστρονομική κουλτούρα μιας χώρας είναι μία από τις βασικότερες πτυχές της ταυτότητάς της. Η Κύπρος χαρακτηρίζεται από μία πλούσια γαστρονομική παράδοση με πολλές ‘Γεωγραφικές Ενδείξεις’ δηλ., προϊόντα τα οποία παραδοσιακά παρουσιάζουν ‘δεσμό’ με συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή (σε κάποιες περιπτώσεις με ολόκληρη την Κύπρο) και στην οποία οφείλουν τα ιδιαίτερά τους χαρακτηριστικά.

Ο δεσμός αυτός μπορεί να οφείλεται τόσο σε ανθρώπινα στοιχεία, δηλ., την τεχνογνωσία παραγωγής ή/και τη φήμη του προϊόντος, όσο και σε περιβαλλοντικά στοιχεία, δηλ., τη βλάστηση, το κλίμα, τη μορφολογία της γεωγραφικής περιοχής. Ο Γαστρονομικός αυτός Χάρτης είναι μια πρώτη προσπάθεια παρουσίασης γεωργικών προϊόντων και τροφίμων της Κύπρου που συνδέονται με μια γεωγραφική περιοχή. Δεν αποκλείεται η πιθανότητα ύπαρξης και άλλων προϊόντων τα οποία μπορούν να συμπεριληφθούν στο Χάρτη σε μελλοντικό στάδιο.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Σύκα Τηλλυρίας
Τα παστά σύκα Τηλλυρίας είναι σύκα τα οποία καπνίζονται με θειάφι και αποξηραίνονται στον ήλιο. Είναι μικρού μεγέθους, άσπρα και μαλακά με γλυκιά γεύση και παρασκευάζονται κατά τους μήνες Ιούλιο - Σεπτέμβριο.
Ιστορία: Δεν έχουν εντοπιστεί μέχρι στιγμής ιστορικές πηγές. Σύμφωνα με τους τοπικούς παραγωγούς, η τεχνογνωσία παραγωγής του προϊόντος έχει μεταφερθεί από γενιά σε γενιά μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με την Θ. Κυπριανού (2000), τα σύκα της ποικιλίας “κούτσινα” τα οποία καλλιεργούνται κυρίως στην Τηλλυρία θεωρούνται τα πιο σπουδαία και από αυτά παρασκευάζονται στην Τηλλυρία τα “παστόσυκα”.
Μέθοδος παραγωγής: Χρησιμοποιείται η ντόπια ποικιλία σύκων που απαντάται στην Τηλλυρία και ονομάζεται “κούτσινο”. Τα σύκα αφήνονται να υπερωριμάσουν, μαζεύονται και τοποθετούνται σε ειδικά δωμάτια ή δοχεία (κλίβανοι) για να καπνιστούν. Το κάπνισμα γίνεται με το άναμμα θειαφιού και διαρκεί περίπου 24 ώρες. Στη συνέχεια, τα καπνισμένα σύκα αποξηραίνονται στον ήλιο για 7-10 μέρες και ακολούθως βυθίζονται σε κοχλαστό νερό για να πλυθούν. Αφήνονται να στεγνώσουν και συσκευάζονται.
Γαστρονομία: Καταναλώνονται ως γλυκό.

Κυπριακή επιτραπέζια ελιά
Η Κυπριακή επιτραπέζια ελιά παράγεται από την επεξεργασία των καρπών της ντόπιας Κυπριακής ποικιλίας που καλλιεργείται σε όλο το νησί. Ιστορία: Αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως κουκούτσια ελιάς σε οικισμούς της Νεολιθικής Εποχής και απομεινάρια αρχαίου πέτρινου ελαιοτριβείου, που ανήκουν στην ύστερη εποχή του χαλκού και την Ελληνιστική περίοδο. Αναρίθμητες είναι οι ενδείξεις εξαγωγών επιτραπέζιων ελιών από την αρχαιότητα. Το ελιόδεντρο και τα προϊόντα του είχαν πολλές χρήσεις στα κυπριακά νοικοκυριά ως μέρος της διατροφής, στις θρησκευτικές τελετουργίες, κ.λπ. Η λέξη ‘Ελιά’ εμφανίζεται ως τοπωνύμιο σε πολλές περιοχές και αυτό αποδεικνύει τη σημασία της ελιάς για το νησί. Μέθοδος παραγωγής: Οι ελιές που προορίζονται για επιτραπέζια κατανάλωση αρχίζουν να συγκομίζονται με το χέρι από τα τέλη Σεπτεμβρίου για τις πράσινες ελιές και συνήθως μέχρι τέλη Δεκεμβρίου κάθε έτους παραγωγής για τις μαύρες. Οι πράσινες ελιές χαράσσονται με ειδικές λεπίδες πριν από την εμβάπτισή τους σε άλμη (για απομάκρυνση της πικράδας). Στα σπίτια, παραδοσιακά, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τις πράσινες ελιές σπάζοντάς τις με ένα απότομο χτύπημα χρησιμοποιώντας μια πεπλατισμένη πέτρα (ονομάζονται “Τσακιστές”). Οι μαύρες ελιές διατηρούνται σε άλμη ή ξύδι.
Γαστρονομία: Αποτελεί μέρος του καθημερινού διαιτολογίου των Κυπρίων. Σερβίρονται στο πρωινό, ως συνοδευτικό πιάτο στα γεύματα και προστίθενται στις σαλάτες και σε άλλα ορεκτικά. Χρησιμοποιούνται επίσης στη ζαχαροπλαστική και την αρτοποιία.


Κουφέτα αμυγδάλου Γεροσκήπου
Τα Κουφέτα αμυγδάλου Γεροσκήπου είναι καβουρδισμένα επιζαχαρωμένα αμύγδαλα και παράγονται στο Δήμο Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου. Η ονομασία αυτή έχει προστατευθεί προσωρινά ως “Γεωγραφική Ένδειξη” στην Κύπρο και είναι υποψήφια για κατοχύρωση ως “Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη” (ΠΓΕ) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το είδος αυτό ζαχαροπλαστικής παράγεται και στο Φοινί και είναι γνωστό ως Κουφέτα Φοινιού.
Ιστορία: Η παραγωγή τους ξεκίνησε στην κοινότητα Γεροσκήπου από το Σοφοκλή Αθανασίου το 1895. Η τέχνη και η τεχνογνωσία παρασκευής τους μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά και μέχρι σήμερα η παραγωγική διαδικασία παραμένει αναλλοίωτη. Tα Κουφέτα Αμυγδάλου Γεροσκήπου πωλούνταν κυρίως στα πανηγύρια (Αριστείδου και Βάκης, 1992), είχαν βραβευθεί σε ειδική έκθεση στο χωριό Στρουμπί το 1937 και παραδοσιακά αποτελούσαν το κεραστικό σε γάμους/βαφτίσια.
Μέθοδος παραγωγής: Τα αμύγδαλα αναποφλοίωτα καβουρδίζονται για περίπου μισή ώρα και τοποθετούνται ζεστά σε κουφετιέρα. Η κουφετιέρα περιστρέφεται και σε τακτά διαστήματα χύνεται σιρόπι (διάλυμα ζάχαρης και νερού) με το οποίο επιτυγχάνεται σταδιακή επιζαχάρωση των αμυγδάλων.
Γαστρονομία: Καταναλώνονται ως γλυκό.


Παφίτικο τυρί
Το Παφίτικο τυρί παρασκευάζεται την περίοδο του Πάσχα στην επαρχία Πάφου από πρόβειο ή αιγινό γάλα ή μίγμα αυτών. Έχει σκληρή και κιτρινωπή εξωτερική υφή με τις χαρακτηριστικές ραβδώσεις του “ταλαριού” μέσα στο οποίο ψήνεται.
Ιστορία: “Τυριά πολλά εξαίρετα των χωριών Ακανθούς και Κεφαλών και τινών χωρίων της Πάφου” (Αρχιμανδρίτης Κυπριανός, 1788). Από τα παλαιότερα χρόνια μέχρι σήμερα, το Παφίτικο τυρί παράγεται κυρίως την περίοδο ΦεβρουαρίουΑπριλίου οπότε υπάρχει αφθονία γάλακτος. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τηνπαραγωγή των πασχαλινών Φλαούνων .
Μέθοδος παραγωγής: Το γάλα ζεσταίνεται και προστίθεται η πυτιά. Αφού το γάλα πήξει, το τυρόπηγμα τεμαχίζεται και ανακατεύεται για 5-10 λεπτά. Στη συνέχεια, το τυρόπηγμα αναθερμαίνεται σταδιακά με ανάδευση για 30 - 45 λεπτά, μεταφέρεται σε “ταλάρια” από σκληνίτζι (πλέγμα κατασκευασμένο από ελώδεις θάμνους) και πιέζεται με το χέρι μέχρι να γεμίσει το ταλάρι. Το τυρί αναστρέφεται 1-2 φορές για να στραγγίσει. Όταν στραγγίσει αρκετά, τα ταλάρια τοποθετούνται στο καζάνι με το ζεστό νορό για 30 λεπτά για να ψηθεί το τυρί. Τα ταλάρια αφαιρούνται από το νορό, το τυρί αναστρέφεται 1-2 φορές και αλατίζεται με χονδρόκοκκο αλάτι. Στη συνέχεια, το τυρί αφαιρείται από τα ταλάρια και συνεχίζεται η διαδικασία ωρίμανσής του για 4-5 μέρες σε ξηραντήριο.
Γαστρονομία: Καταναλώνεται με ψωμί αλλά κυρίως χρησιμοποιείται στην παρασκευή των πασχαλινών Φλαούνων (ως εκ τούτου, κάποτε ονομάζεται τυρί Φλαούνας).

Λουκούμι Γεροσκήπου
(“Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη”)
Τα λουκούμια είναι προϊόντα ζαχαροπλαστικής με βασικό συστατικό τη ζάχαρη. Η ονομασία “Λουκούμι Γεροσκήπου” είναι η πρώτη κυπριακή ονομασία που έχει κατοχυρωθεί ως Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη (ΠΓΕ) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λουκούμια παράγονται επίσης στα Λεύκαρα (Λουκούμια Λευκάρων) και στο Φοινί (Λουκούμια Φοινιού).

Ιστορία: Το Λουκούμι Γεροσκήπου συναντάται από τον 19ο αιώνα, και συγκεκριμένα από το 1895, όταν ο Σοφοκλής Αθανασίου ξεκίνησε την παρασκευή του. Η αρχική συνταγή και τεχνογνωσία παρασκευής του προϊόντος έχουν μεταφερθεί από γενιά σε γενιά και εφαρμόζονται μέχρι σήμερα αυτούσιες στην ίδια γεωγραφική περιοχή. Το Λουκούμι Λευκάρων και το Λουκούμι Φοινιού έχουν και αυτά το καθένα τη δική του ιστορία αφού η παρασκευή τους επίσης άρχισε από τα πολύ παλιά χρόνια.
Μέθοδος παραγωγής: Τα Λουκούμια των διαφόρων περιοχών διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, ειδικά στη γεύση, υφή και εμφάνιση. Αυτό οφείλεται κυρίως στη διαδικασία παραγωγής, η οποία σε κάποια σημεία διαφέρει (π.χ. συνθήκες βρασμού του μίγματος). Σε γενικές γραμμές, σε βραστό νερό προστίθενται τα υλικά (ζάχαρη, κιτρικό οξύ, άμυλο) και μετά από βρασμό υπό ανάδευση, προστίθεται άρωμα ή/και αμύγδαλα. Αναλόγως της επιθυμητής γεύσης, δυνατό να προστεθεί χρωστική. Το παχύρευστο μίγμα που δημιουργείται χύνεται σταδιακά σε τελάρα / καλούπια. Αφού πάρει την τελική του μορφή και κρυώσει, τεμαχίζεται σε μικρά κομμάτια τα οποία συσκευάζονται πασπαλισμένα συνήθως με ζάχαρη άχνη.
Γαστρονομία: Καταναλώνεται ως γλυκό.

Κυπριακό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο
Το Κυπριακό ελαιόλαδο είναι εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο που παράγεται από την επεξεργασία των καρπών της ντόπιας Κυπριακής ποικιλίας. Οι κύριες ελαιοπαραγωγικές περιοχές συναντώνται διάσπαρτα σε ολόκληρη την Κύπρο σε υψόμετρο μέχρι 700 μέτρα περίπου.
Ιστορία: Αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως κουκούτσια ελιάς σε οικισμούς της Νεολιθικής Εποχής και απομεινάρια αρχαίου πέτρινου ελαιοτριβείου που ανήκουν στην ύστερη εποχή του χαλκού και την Ελληνιστική περίοδο. Αναρίθμητες είναι οι ενδείξεις εξαγωγών του Κυπριακού ελαιολάδου από την αρχαιότητα. Το ελιόδεντρο και τα προϊόντα του είχαν πολλές χρήσεις στα κυπριακά νοικοκυριά ως μέρος της διατροφής, στις θρησκευτικές τελετουργίες, κ.λπ. Το γεγονός ότι η λέξη “Ελιά” εμφανίζεται ως τοπωνύμιο σε πολλές περιοχές, αποδεικνύει τη σημασία της ελιάς για το νησί.
Μέθοδος παραγωγής: Η συγκομιδή του ελαιοκάρπου γίνεται είτε με το χέρι είτε μηχανικά. Η καλύτερη εποχή συγκομιδής είναι όταν οι ελιές έχουν μαυρίσει κατά τα 2/3. Ο καρπός, μετά τη συγκομιδή, μεταφέρεται εντός 1 ή 2 ημερών με ρηχά πλαστικά δοχεία στα ελαιοτριβεία όπου γίνεται η επεξεργασία. Το Κυπριακό ελαιόλαδο καταναλώνεται συνήθως 3 μήνες μετά την παραγωγή του. Όταν αποθηκεύεται σε ιδανικές συνθήκες έχει διάρκεια ζωής τουλάχιστον 12-18 μηνών.
Γαστρονομία: Χρησιμοποιείται σε ορεκτικά, στις σαλάτες, ως άλειμμα σε ψωμί, για μαρινάρισμα κρέατος και τηγάνισμα, καθώς και σε διάφορα φαγητά και γλυκά.


Φλαούνα
Η Φλαούνα είναι προϊόν αρτοποιίας με βασικά υλικά το τυρί φλαούνας και τα αυγά. Παρασκευάζεται το Πάσχα σε ολόκληρη την Κύπρο. Έχει σχήμα τετράγωνο, τρίγωνο ή στρογγυλό. Στα χωριά της Πάφου παρασκευάζονται οι Πασκιές - στρογγυλές φλαούνες περίπου στο μέγεθος μιας παλάμης με κομματάκια κρέατος τηγανισμένου με μπαχαρικά.
Ιστορία: Σύμφωνα με Κύπριους μελετητές, πρόγονος της Φλαούνας θεωρείται η “παλάθη”, αρχαιοελληνική πίτα με σύκα. Το αντίστοιχο ρωμαϊκό ονομαζόταν “fladonis”, ενώ αργότερα οι Αγγλοσάξονες το ονόμασαν “flaon”, το σημερινό “flan” (Χατζηιωάννου, 1993). Η Φλαούνα είναι αναστάσιμο σύμβολο για τους Κύπριους, συνδέεται με διάφορα πασχαλινά έθιμα και προσφέρεται ως κεραστικό.
Μέθοδος παραγωγής: Αρχικά παρασκευάζεται ο “φουκός” (ή “φωκός” ή “φουτζιά” ή “σάρκα”). Τρίβεται το τυρί, το οποίο ανακατεύεται με αυγά και προζύμι, και προστίθεται λίγο σιμιγδάλι. Στο φουκό προστίθενται διάφορα αρτύματα (π.χ. μέχλεπι, μαστίχα, δυόσμος και κανέλα) και κάποτε σταφίδες. Ο “φουκός” αφήνεται όλη τη νύχτα για να “μπει” (να φουσκώσει). Την επομένη, ετοιμάζεται η ζύμη για το φύλλο της Φλαούνας, αφού το προζύμι έχει ανακινηθεί (“ανατζινηθεί”) από την προηγούμενη νύχτα. Το φύλλο ανοίγεται σε μικρές πίτες, παραγεμίζεται με τον “φουκόν” και οι άκρες της πίτας διπλώνονται στα πλευρά. Η Φλαούνα αλείφεται με μίγμα κτυπημένου αυγού με σουσάμι προτού ψηθεί.
Γαστρονομία: Καταναλώνεται ζεστή ή κρύα ή ως παξιμάδι και συνοδεύει διάφορα ροφήματα.


Χαλίτζια Τηλλυρίας
Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας είναι μαλακό τυρί, λευκού χρώματος, με τρύπες και υπόξινη γεύση. Παρασκευάζονται στην περιοχή Τηλλυρίας από νωπό πρόβειο ή αιγινό γάλα ή μίγμα αυτών.
Ιστορία: Δεν έχουν εντοπιστεί μέχρι στιγμής ιστορικές αναφορές. Σύμφωνα με τους τοπικούς παραγωγούς, η τεχνογνωσία παραγωγής του προϊόντος έχει μεταφερθεί από γενιά σε γενιά μέχρι σήμερα.
Μέθοδος παραγωγής: Χρησιμοποιείται νωπό γάλα αμέσως μετά το άρμεγμα. Αφού φιλτραριστεί μέσα από λεπτό και με πυκνή ύφανση τυρόπανο, προστίθεται πυτιά και αφήνεται περίπου 1 ώρα για να πήξει. Το τυρόπηγμα τοποθετείται σε ταλάρια και πιέζεται ελαφρά με το χέρι. Αφαιρείται από τα ταλάρια, κόβεται σε τέσσερα κομμάτια, αλατίζεται και τοποθετείται σε νορό χωρίς την αφαίρεση της Αναρής (ο νορός που περισσεύει χρησιμοποιείται για παρασκευή Αναρής). Σε χαμηλές θερμοκρασίες, για την ωρίμανση του τυριού απαιτούνται μέχρι και 40 ημέρες, ενώ σε ψηλές θερμοκρασίες, αυτή επιτυγχάνεται σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Τα Χαλίτζια Τηλλυρίας διατηρούνται σε άλμη νορού για περίπου 4 μήνες.
Γαστρονομία: Καταναλώνονται είτε κομμένα στη σαλάτα, είτε με ψωμί, ή μόνα τους ραντισμένα με ελαιόλαδο και πασπαλισμένα με ρίγανη.

Αρκατένα Ομόδους
Τα Αρκατένα είναι είδος κουλουριού που ζυμώνεται με προζύμι από αφρό που παράγεται λόγω ζύμωσης των ρεβιθιών (“Αρκάτης”). Κατασκευάζονται κυρίως στα χωριά Όμοδος και Κοιλάνι της επαρχίας Λεμεσού.
Ιστορία: “Σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία στα βουνά έψηναν τα γνωστά “ποξαμάτια του εργάτη“, από ένα μίγμα από δημητριακά, κουκιά και ρεβυθάλευρο” (Richter, 1913). Η ονομασία “Αρκατένο” πιθανότατα προέρχεται από τη λέξη “εργάτης“ λόγω της πολύωρης διαδικασίας παρασκευής του “Αρκάτη”. Παλαιότερα, τα Αρκατένα προσφέρονταν σε επισκέψεις, βαφτίσια και γάμους.
Μέθοδος παραγωγής: Αλεσμένα ρεβίθια και πιπερόριζα (τζίτζερ) τοποθετούνται σε βραστό νερό το πρωί. Μέχρι αργά το βράδυ αρχίζει να ανεβαίνει αφρός στην επιφάνεια. Κατά τη διάρκεια της νύκτας και μέχρι το επόμενο πρωί, ο αφρός αυτός (“Αρκάτης”) συλλέγεται σταδιακά και τοποθετείται σε δοχείο όπου σκεπάζεται με λίγο αλεύρι. Στη συνέχεια “ανατζηνείται” και αναμένεται να “μπει” (να φουσκώσει). Τότε, ζυμώνεται σε σκάφη με αλεύρι και διάφορα μπαχαρικά όπως μαστίχα, μέχλεπι, μοσχοκάρυδο, κ.ά. Στη συνέχεια, το ζυμάρι πλάθεται σε κουλούρια τα οποία ψήνονται σε φούρνο που έχει ήδη πυρωθεί (προθερμανθεί). Μετά το ξεφούρνισμα, και για να παραχθεί σκληρό παξιμάδι, τα μαλακά κουλούρια ξαναφουρνίζονται (αφού πρώτα κρυώσουν) για 5-6 ώρες.
Γαστρονομία: Μπορούν να καταναλωθούν είτε ως μαλακά κουλούρια, είτε ψωμιά (παννυσίδες), ή ως παξιμάδια.


Γλυκό αμυγδάλου
Το Γλυκό αμυγδάλου είναι παραδοσιακό γλυκό της περιοχής ΚούρηΞυλούρικου, το οποίο παρασκευάζεται με βασική πρώτη ύλη την αμυγδαλόψιχα. Περιέχει ζάχαρη και διάφορα αρώματα.
Ιστορία: Δεν έχουν εντοπιστεί μέχρι στιγμής ιστορικές πηγές. Εντούτοις, η περιοχή Κούρη Ξυλούρικου, και συγκεκριμένα οι κοινότητες γύρω από την κοινότητα Λιμνάτι, έχουν τη μεγαλύτερη παραγωγή αμυγδάλων σε ολόκληρη την Κύπρο. Τα αμύγδαλα χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη για την παραγωγή του τοπικού αυτού γλυκού. Επίσης, κάθε χρόνο διοργανώνεται στο Λιμνάτι η γιορτή της Ανθισμένης Αμυγδαλιάς, κατά την οποία παρουσιάζεται ο τρόπος παρασκευής του γλυκού.
Μέθοδος παραγωγής: Τα αμύγδαλα ξεφλουδίζονται και αλέθονται. Ετοιμάζεται σιρόπι (νερό, ζάχαρη, μαστίχα, ανθόνερο, λεμόνι) το οποίο προστίθεται σταδιακά στα αλεσμένα αμύγδαλα μέχρι να δημιουργηθεί μια ομοιόμορφη μάζα. Το γλυκό συσκευάζεται σε γυάλινα βαζάκια.
Γαστρονομία: Καταναλώνεται ως γλυκό.

Σουτζιούκκος - Ππαλουζές - Κκιοφτέρκα -Έψημα - Πορτός
Τα πέντε αυτά παραδοσιακά γλυκά παρασκευάζονται από το χυμό των σταφυλιών στα χωριά του Τροόδους.
Ιστορία: Η παρασκευή των γλυκών αυτών χρονολογείται στο τέλος του 19ου αιώνα οπότε άρχισε η άφθονη παραγωγή σταφυλιών στα χωριά των ορεινών / ημιορεινών περιοχών, ιδιαίτερα στη Μαραθάσα και στην Πιτσιλιά. Αρχικά, τα προϊόντα αυτά αποτελούσαν την απαραίτητη ξηρή τροφή των γεωργών κατά τη διάρκεια της εργασίας. Αργότερα, καταναλώνονταν σαν επιδόρπιο ή κεραστικό αντί γλυκού.
Μέθοδος παραγωγής: Χυμός σταφυλιών (μούστος) εξάγεται από τη σύνθλιψή τους, φιλτράρεται και κοχλάζεται. Στο μούστο προστίθεται ειδικό ασπρόχωμα που βοηθά στον καθαρισμό του. Αφού κρυώσει, ο μούστος μεταφέρεται σε καθαρό δοχείο, ξαναβράζεται και προστίθεται σταδιακά αλεύρι. Η μουσταλευριά ανακατεύεται μέχρι να καταστηθεί. Προστίθεται ροδόσταγμα ή κιούλι. Ανάλογα με την περαιτέρω επεξεργασία της μουσταλευριάς, παρασκευάζονται ο Σουτζιούκκος, ο Ππαλουζές και τα Κκιοφτέρκα.
Σουτζιούκκος: Στην καταστημένη και ζεστή μουσταλευριά εμβαπτίζονται κλωστές, περασμένες με αμύγδαλα ή καρύδια στερεωμένες σε διχάλες από κλαδιά δένδρων. Μετά από κάθε εμβάπτιση, οι κλωστές κρεμάζονται μέχρις ότου στεγνώσουν. Η διαδικασία εμβάπτισης / κρεμάσματος των κλωστών επαναλαμβάνεται 4-5 φορές μέχρι να προστεθεί υπό μορφή στρώματος αρκετή μουσταλευριά γύρω από τους ξηρούς καρπούς.
Ππαλουζές: Η μουσταλευριά τοποθετείται σε ταψιά για να κρυώσει. Στην επιφάνεια προστίθενται αλεσμένα αμύγδαλα ή καρύδια.
Κκιοφτέρκα: Είναι μικρά τετράγωνα ή ορθογώνια κομμάτια Ππαλουζέ που αποξηραίνονται στον ήλιο.
Έψημα: Παχύρευστος πολτός (πετιμέζι) που δημιουργείται όταν ο μούστος καταστηθεί καλά.
Πορτός: Στο ζεστό μούστο προστίθεται χονδροαλεσμένο σιτάρι. Με συνεχές ανακάτεμα/ζέσταμα δημιουργείται ο Πορτός. Μπορεί να προστεθεί και καβουρδισμένο σησάμι.
Γαστρονομία: Ο Σουτζιούκκος, ο Ππαλουζές και τα Κκιοφτέρκα αποτελούν συνοδευτικά ποτού, ιδιαίτερα της Ζιβανίας. Ο Ππαλουζές καταναλώνεται ζεστός ή κρύος ως επιδόρπιο. Το Έψημα χρησιμοποιείται σε διάφορα γλυκά ή ως υποκατάστατο του μελιού και της ζάχαρης.
Ο Πορτός συγκαταλέγεται στις μαρμελάδες.

Χοιρομέρι, Ποσυρτή και Λούντζα Πιτσιλιάς
Είναι τρία αλλαντικά που παρασκευάζονται κυρίως στην Πιτσιλιά από χοιρινό κρέας το οποίο “ψήνεται” (ωριμάζει) σε κόκκινο ξηρό κρασί της περιοχής και καπνίζεται με την καύση κλαδιών γηγενών δένδρων και θάμνων. Έχουν σκούρο χρώμα, έντονη χαρακτηριστική μυρωδιά κρασιού και καπνού και ελαφρώς αλμυρή γεύση.
Ιστορία: Τα προϊόντα αυτά ιστορικά παρασκευάζονται σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο λόγω του ψυχρού κλίματος που βοηθά στη συντήρηση του κρέατος. Η κάθε αγροτική οικογένεια, ακόμη και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, έτρεφε 1-2 χοίρους με σκοπό τη σφαγή τους τα Χριστούγεννα και την παρασκευή των αλλαντικών αυτών, εξασφαλίζοντας έτσι το κρέας της ολόχρονα.
Μέθοδος παραγωγής:
Χοιρομέρι Πιτσιλιάς: Χοιρινό μερί πασπαλίζεται με αλάτι και παραμένει έτσι για 5–7 ημέρες. Εμβαπτίζεται σε κρασί στο οποίο παραμένει για 2-3 μέρες. Αμέσως μετά, το κρέας καπνίζεται σε κλειστό χώρο καθημερινά με καύση κλαδιών γηγενών δένδρων ή θάμνων. Η θερμοκρασία κάπνισης δεν ξεπερνά τους 28°C και το κρέας δεν τοποθετείται απευθείας στη φωτιά. Κατά τη διάρκεια της κάπνισης, το κρέας κατά διαστήματα συμπιέζεται σε ειδικά πιεστήρια. Προστίθεται επίσης κόλιανδρος. Τέλος, το κρέας προαιρετικά τοποθετείται σε σκιερό,αεριζόμενο χώρο (ωριμαντήριο).
Ποσυρτή Πιτσιλιάς: Χρησιμοποιείται χοιρινή κοιλιά (μπέϊκον) και ακολουθείται η διαδικασία παρασκευής του χοιρομεριού εκτός από το στάδιο της συμπίεσης που παραλείπεται.
Λούντζα Πιτσιλιάς: Χρησιμοποιείται χοιρινό φιλέτο και ακολουθείται η ίδια διαδικασία εκτός από το στάδιο της συμπίεσης που είναι προαιρετικό.
Γαστρονομία: Το Χοιρομέρι Πιτσιλιάς καταναλώνεται σαν μεζές ως έχει, ενώ η Λούντζα και η Ποσυρτή Πιτσιλιάς τηγανίζονται ή ψήνονται στη σχάρα και σερβίρονται ως επί το πλείστον για πρόγευμα, σε σάντουιτς ή σαν ορεκτικό.


Παφίτικο λουκάνικο
Το Παφίτικο λουκάνικο παρασκευάζεται στις κοινότητες της επαρχίας Πάφου από χοιρινό κιμά που “ψήνεται” (ωριμάζει) σε κόκκινο ξηρό κρασί της περιοχής και αποξηραίνεται στον ήλιο.
Ιστορία: Τα λουκάνικα, όπως και τα υπόλοιπα αλλαντικά, αποτελούσαν τη βασικότερη τροφή των αγροτικών οικογενειών. Η απουσία ψυγείων οδήγησε στην εξεύρεση μεθόδων διατήρησης του κρέατος, εξασφαλίζοντας έτσι την ολόχρονη κατανάλωσή του. Σύμφωνα με τον Ξιούτα (2001), “τα αποξηραμμένα λουκάνικα ήταν συνήθεια να καταναλώνονται και ωμά (και είναι όντως εύγεστα) στην Πάφο”.
Μέθοδος παραγωγής: Σε χοντροκομμένο κιμά προστίθεται αλάτι και μετά κόκκινο κρασί μέχρι το κρέας να καλυφθεί. Το κρέας παραμένει καλυμμένο στο κρασί για τουλάχιστον 4 μέρες. Αφαιρείται το κρασί και προστίθενται διάφορα μπαχαρικά. Με το μίγμα γεμίζονται τα ήδη καθαρισμένα χοιρινά έντερα και με κόμπους δημιουργούνται διατάξεις (“σχοινιά”) 3 - 7 λουκάνικων (“τεράτσια”) στο κάθε “σχοινί”. Τα λουκάνικα αποξηραίνονται είτε στον ήλιο, είτε σε ελεγχόμενες συνθήκες.
Γαστρονομία: Μπορεί να καταναλωθεί ψημένο με διάφορους τρόπους (π.χ. τηγανητό ή στα κάρβουνα) και συνοδεύεται από ντομάτα, αγγούρι, ψωμί κ.ά.

Χαρουπόμελο και παστέλι Ανώγυρας
Το χαρουπόμελο είναι το μέλι που παράγεται από τα χαρούπια (“Mαύρος Χρυσός της Κύπρου”). Είναι παχύρευστο με σκούρο κόκκινο χρώμα. Το παστέλι Ανώγυρας είναι γλυκό που παρασκευάζεται από το χαρουπόμελο. Ιστορία: Αναφορές για το χαρουπόμελο υπάρχουν από παλαιοτάτων χρόνων. “Εκ τούτων δε (δηλ. των χαρουπιών) και εξ αυτών έτι των αγρίων εκβάλλουσιν εν τη νήσω το κεράτιον μέλι, κοινώς τερατσόμελον καλούμενο” (Σακελλάριος, 1885).
“Κατασκευάζουν όμως από τον καρπό (του χαρουπιού) ένα ιδιόρρυθμο και πολύ γλυκό σιρόπι, που το ονομάζουν χαρουπόμελο” (Richter, 1913). Το παστέλι αναφέρεται στις Ασσίζες ως φορολογούμενο προϊόν. Η λέξη “παστέλι” είναι γαλλική (pastel) και καθιερώθηκε στα χρόνια των Φράγκων, οι οποίοι και δίδαξαν την τέχνη της παρασκευής του (Κληρίδης, 1961). Κάθε Σεπτέμβρη στην Ανώγυρα διοργανώνεται Φεστιβάλ Παστελιού. Πριν την τουρκική εισβολή του 1974, η περιοχή του Καζάφανι κατείχε τα σκήπτρα στην παρασκευή του παστελιού (Παρίδης, 2006).
Μέθοδος παραγωγής: Τα χαρούπια συλλέγονται, πλένονται και αφού στεγνώσουν, αλέθονται στον μύλο. Αφήνονται να φουσκώσουν σε νερό για 20 περίπου ώρες και μεταφέρονται σε κοφίνια τοποθετημένα σε μια επικλινή τάβλα. Από τα κοφίνια στάζει ο χυμός των χαρουπιών (“σιερεπέττι”) ο οποίος βράζεται σε μεγάλα καζάνια (“χαρτζιά”) με συνεχές ανακάτωμα για περίπου 7 ώρες και γίνεται παχύρευστος. Αυτός ο χυμός αποτελεί το χαρουπόμελο. Συνεχής ανάδευση του χαρουπόμελου για περίπου 4 ώρες δημιουργεί μια μαύρη, άμορφη μάζα. Η πηκτή μάζα αφήνεται να κρυώσει για να μπορεί να πλάθεται με το χέρι. Ποσότητα 1-2 κιλών κόβεται κάθε φορά και τοποθετείται σε ένα ξύλινο παλούκι καρφωμένο στον τοίχο. Τότε, ο παστελάς αρχίζει να τραβά τη μάζα με δεξιοτεχνία (δηλ. την τεντώνει, την κάνει πλεξίδα, την ξανατραβά). Η διαδικασία επαναλαμβάνεται πολλές φορές μέχρις ότου η μάζα αποκτήσει ξανθό, χρυσαφί χρώμα. Αυτό είναι το παστέλι Ανώγυρας.
Γαστρονομία: Το χαρουπόμελο χρησιμοποιείται για την παρασκευή παστελιού καθώς και διαφόρων παραδοσιακών εδεσμάτων, π.χ. “τσερτσιελλούδκια”, ταχίνη με τερατσόμελο. Επίσης, χρησιμοποιείται αλειμμένο στο ψωμί ή αναμειγνύεται με ελαιόλαδο και καταναλώνεται με ζεστό ψωμί. Το παστέλι Ανώγυρας καταναλώνεται από μόνο του ως γλυκό.

Τραχανάς
Ο Τραχανάς είναι ξηρό προϊόν ζύμωσης σιταριού (κονάρι) και ξινισμένου πρόβειου ή / και αιγινού γάλακτος. Παράγεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Τραχανάς ονομάζεται επίσης η σούπα που ετοιμάζεται βράζοντας το ξηρό αυτό προϊόν σε νερό.
Ιστορία: Σύμφωνα με τον W.W. Weaver, ο Τραχανάς είναι "εθνικό πιάτο της Κύπρου" και συνδέεται άμεσα με την κυπριακή ταυτότητα (2002). Λόγω της άγριας υφής που χαρακτηρίζει τον Τραχανά, η ονομασία πιθανότατα να προέρχεται από τη λέξη "τράχονας" που αποδίδεται σε άγριας υφής σκληρό έδαφος.
Μέθοδος παραγωγής: Γίνεται η οξίνιση του γάλακτος με την προσθήκη ξινισμένου γάλακτος και άλατος (περίπου 7 μέρες σε θερμοκρασία περιβάλλοντος). Το ξινισμένο γάλα θερμαίνεται για 30-40 λεπτά και στους 95-100°C χαμηλώνεται η φωτιά. Προστίθεται σταδιακά το κονάρι σε αναλογία 1:2 (κονάρι:γάλα). Το μίγμα ανακατεύεται μέχρις ότου δημιουργηθεί μία πολύ πηκτή μάζα. Αφού ψηθεί, το μίγμα αφήνεται να κρυώσει για 12 ώρες τουλάχιστον και, αφού ζυμωθεί, αφήνεται να “ξεκουραστεί” για 2-3 ώρες. Η μάζα κόβεται σε κομμάτια (“κουλουρώνεται”) (ο τρόπος κοψίματος και το τελικό σχήμα ποικίλουν αναλόγως περιοχής). Τα κομμάτια ξηραίνονται στον ήλιο για τουλάχιστον 8 μέρες. Ο Τραχανάς διατηρείται ολόχρονα σε κατάλληλες συνθήκες.
Γαστρονομία: Καταναλώνεται ως σούπα, ειδικά το χειμώνα. Συνήθως ψήνεται σε ζωμό κοτόπουλου και προστίθενται κομμάτια Χαλλουμιού


Τσαμαρέλλα - Απόχτιν
Είναι παραδοσιακοί μεζέδες από αιγινό κρέας με έντονη αλμυρή γεύση. Ιστορία: Η παρασκευή των προϊόντων αυτών ανθούσε στα χωριά της Μαραθάσας και στα ορεινά χωριά της Πάφου και ήταν τρόπος διατήρησης του κρέατος. Σήμερα, η Τσαμαρέλλα παρασκευάζεται και στην Πιτσιλιά. Η Τσαμαρέλλα κατέχει τον τίτλο “Presidium” στον Οργανισμό Slow Food.
Μέθοδος παραγωγής:
Τσαμαρέλλα: Χρησιμοποιείται κρέας από το μερί και την κουτάλα ηλικιωμένης κατσίκας (κατά προτίμηση) από το οποίο αφαιρείται το κόκκαλο. Το κρέας κόβεται σε μεγάλα κομμάτια τα οποία χαράσσονται με μαχαίρι και πασπαλίζονται με αλάτι. Τα αλατισμένα κομμάτια πιέζονται, τοποθετούνται σε σκάφη για μια νύκτα για να απορροφήσουν την “νεράρμην” (αλμύρα) και την επομένη τοποθετούνται στον ήλιο για αποξήρανση (“ψήσιμο”) για περίπου 5-10 μέρες, αναλόγως του καιρού. Τα κομμάτια γυρίζονται/μετακινούνται καθημερινά για να “ψηθούν” ομοιόμορφα. Η Τσαμαρέλλα εμβαπτίζεται επανειλημμένα σε ζεστό νερό για 2-3 λεπτά για να ξαρμυρίσει. Τοποθετείται ξανά στον ήλιο για 1 μέρα αφού προηγουμένως πασπαλιστεί με ρίγανη.
Απόχτιν: Παρασκευάζεται όπως και η Τσαμαρέλλα με τη διαφορά ότι χρησιμοποιείται το κρέας με τα κόκκαλα και κάποιες φορές ολόκληρο το ζώο (εκτός της κεφαλής) ανοιγμένο στη μέση με αφαιρεμένα τα εντόσθια και το λίπος.
Γαστρονομία: Θεωρούνται μεζέδες εξαιρετικής νοστιμιάς, ιδιαίτερα με Ζιβανία.

Μαξίλλες Λυσού
Οι Μαξίλλες Λυσού είναι είδος παστού σύκου που παρασκευάζεται στο χωριό Λυσός της επαρχίας Πάφου.
Ιστορία: Σύμφωνα με τον Κ. Γιαγκουλλή, οι Μαξίλλες πήραν το όνομά τους από τη λατινική λέξη “μαξίλλα” που σημαίνει “πρώιμο σύκο”. Επίσης, σύμφωνα με το Ρ. Παπαγγέλου (2001), η ονομασία “μαξίλλες” σημαίνει παστό/πρώιμο σύκο και προέρχεται από τη λατινική λέξη “macilentus” που σημαίνει ισχνός. Οι Μαξίλλες αποτελούσαν παλαιότερα το γλυκό του χειμώνα για τους κατοίκους της Λυσού.
Μέθοδος παραγωγής: Τα σύκα, ενώ βρίσκονται στο δέντρο, αλείφονται στη μύτη με ελαιόλαδο που εμποτίζεται σε βαμβάκι, το οποίο είναι στερεωμένο στην άκρη καλαμιού με σκοπό την ωρίμανση πολλών καρπών ταυτόχρονα. Σε 7 περίπου μέρες, ο καρπός ωριμάζει και γίνεται η συγκομιδή. Τα σύκα απλώνονται στο έδαφος σε “νύσιους” (βελόνες των πεύκων) για 1-2 μέρες μέχρι να μαραθούν. Κόβονται στη μέση (χωρίς να διαχωριστούν) και αφήνονται για άλλες 3-4 μέρες για να “παστελλώσουν” (αποξηρανθούν). Στη συνέχεια, τοποθετούνται σε ζεστό νερό με μάραθο για 1-2 λεπτά, στραγγίζονται και αφήνονται να κρυώσουν/στεγνώσουν (Ιωαννίδου M.,2007, Ντοκιμαντέρ: Με γέφυρα τη γευστική μας παράδοση).
Γαστρονομία: Καταναλώνονται ως γλυκό ή με καρύδια.

Χαλλούμι
Το Χαλλούμι (φρέσκο ή ώριμο) είναι τυρί το οποίο παρασκευάζεται από γάλα πρόβειο ή αιγινό ή μίγμα αυτών με αγελαδινό γάλα ή χωρίς αυτό. Ιστορία: Η παραγωγή του Χαλλουμιού στην Κύπρο ήταν γνωστή από παλαιοτάτων χρόνων. Ο Δόγης Leonardo Doná, ο οποίος έζησε στην Κύπρο, κάνει αναφορά στο “calumi” σε χειρόγραφο έγγραφό του, το οποίο ανάγεται στο έτος 1556 μ.Χ. Αναφορές στο Χαλλούμι γίνονται και αργότερα, μεταξύ των οποίων και του Αρχιμανδρίτη Κυπριανού το 1788 μ.Χ. Η σημαντικότητα του Χαλλουμιού στη ζωή των κατοίκων της Κύπρου είναι εμφανής τόσο μέσα από την τέχνη, όσο και μέσα από τη θέση που κατείχε σε γεωργικές εκθέσεις (Λύση, 1915/1938). Σήμερα αρκετές οικογένειες της Κύπρου έχουν το επώνυμο “Χαλλούμας”, “Χαλλουμά”, “Χαλλουμάκης”, “Χαλλουμής”.
Μέθοδος παραγωγής: Το γάλα θερμαίνεται στην κατάλληλη θερμοκρασία πήξης ή παστεριώνεται προηγουμένως σε θερμοκρασία ψηλότερη των 65°C και ψύχεται. Αφού γίνει η πήξη του γάλακτος, το τυρόπηγμα (“δροσινόν”) κόβεται και αναθερμαίνεται με ανάδευση στους 40°C. Τοποθετείται σε ταλάρια, τυρόπανα ή κατάλληλα καλούπια και πιέζεται. Μετά την αφαίρεση της “Αναρής”, τα κομμάτια του τυροπήγματος τοποθετούνται στο νορό (ορός γάλακτος) και θερμαίνονται σε θερμοκρασία άνω των 90°C για τουλάχιστον 30 λεπτά (“ψήσιμο”). Τα Χαλλούμια αφαιρούνται από το νορό και αλατίζονται επιφανειακά. Προστίθενται φύλλα φρέσκου ή ξηρού δυόσμου που δυνατό να αναμιχθούν προηγουμένως με το άλας. Τα κομμάτια Χαλλουμιού διπλώνονται και αφού κρυώσουν, τοποθετούνται σε δοχεία στα οποία προστίθεται άλμη νορού. Τα Χαλλούμια μένουν για 1-3 μέρες στην άλμη νορού και ακολούθως συσκευάζονται. Για παραγωγή ώριμου Χαλλουμιού, αυτά παραμένουν στην άλμη νορού για τουλάχιστον 40 μέρες στους 15-20°C.
Γαστρονομία: Η ιδιαιτερότητα του Χαλλουμιού να μην λιώνει σε ψηλές θερμοκρασίες, του παρέχει τη δυνατότητα να μπορεί να καταναλωθεί όχι μόνο ως έχει, αλλά και ως τηγανητό, στη σχάρα, κ.λπ. Επίσης, το Χαλλούμι καταναλώνεται με καρπούζι, ως τρίμμα (κυρίως ζυμαρικά), σε σούπα (κυρίως στον Τραχανά) και ως συστατικό σε διάφορα είδη αρτοποιίας, π.χ. Χαλλουμωτές.
 


Παφίτικη πίσσα
Η Παφίτικη πίσσα (ή τρεμιθόπισσα) παρασκευάζεται από τη ρητίνη του τρέμιθου ή τρήμιθου (Pistacia atlantica, subsp. Cypricola). Είναι σκληρή με έντονη χαρακτηριστική γεύση ρητίνης.
Ιστορία: Tο κέντρο παραγωγής της Παφίτικης πίσσας ήταν το άλλοτε αμιγές Τουρκοκυπριακό χωριό της Πάφου, Λέμπα. Παραγόταν επίσης στα γειτονικά χωριά Τάλα και Κισσόνεργα, όπου ευδοκιμούσε ο τρέμιθος. Οι κύριοι παραγωγοί πίσσας ήταν Τουρκοκύπριοι. Μετά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963, οπότε οι Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν τα χωριά τους, σε συνδυασμό με τη μείωση του αριθμού των τρέμιθων, η παραγωγή της πίσσας σταμάτησε. Σήμερα, η ρητίνη εισάγεται. Κέντρο παραγωγής της Παφίτικης Πίσσας είναι η Γεροσκήπου, όπου τοπικές βιοτεχνίες ακολουθούν σε μεγάλο βαθμό την παραδοσιακή μέθοδο παραγωγής.
Μέθοδος παραγωγής: Αφού συλλεχθεί η ρητίνη από τις χαρακιές του κορμού του τρέμιθου, φιλτράρεται πολύ αργά (1-2 μέρες) μέσω ενός κλαδιού θυμαριού και συλλέγεται η "τριμηντίνα". Η τριμηντίνα ζεσταίνεται μέχρι να ρευστοποιηθεί και φιλτράρεται ξανά μέσα από ύφασμα σε δοχείο που περιέχει λίγο κρύο νερό, ώστε να κρυώσει και να μπορεί να δουλευτεί στο χέρι. Η τριμηντίνα μαλάσσεται κομμάτι-κομμάτι για περίπου μισή ώρα μέχρι το χρώμα της από κιτρινωπό να γίνει άσπρο. Τα κομμάτια της πίσσας τοποθετούνται σε καθαρό, υγρό ύφασμα για 24 ώρες για να κρυώσουν / στεγνώσουν και τυλίγονται σε λαδόχαρτο (Ριζοπούλου – Ηγουμενίδου, 2008).
Γαστρονομία: Χρησιμοποιείται αποκλειστικά για μάσημα όπως οι κοινές μαστίχες.

Λουκάνικο Πιτσιλιάς
Το Λουκάνικο Πιτσιλιάς παρασκευάζεται στις κοινότητες της Πιτσιλιάς από χοιρινό χονδροκομμένο κιμά που “ψήνεται” (ωριμάζει) σε κόκκινο ξηρό κρασί της περιοχής και στον οποίο προστίθενται διάφορα μπαχαρικά και καπνίζεται με καύση κλαδιών γηγενών δέντρων ή θάμνων.
Ιστορία: Τα λουκάνικα, όπως και τα υπόλοιπα αλλαντικά, αποτελούσαν μια από τις βασικότερες τροφές των αγροτικών οικογενειών. Η απουσία ψυγείων οδήγησε στην εξεύρεση μεθόδων διατήρησης του κρέατος εξασφαλίζοντας έτσι την ολόχρονη κατανάλωσή του. Η Πιτσιλιά είναι περιοχή με μεγάλο υψόμετρο και ψυχρό κλίμα που βοηθά στη συντήρηση του κρέατος.
Μέθοδος παραγωγής: Ετοιμάζονται τα “τσιρίτζια” ή “τιτσιά” (χοντροκομμένος κιμάς) με λίγα κομμάτια λίπους, μαριναρισμένα σε κρασί, αλάτι και διάφορα μπαχαρικά (κόλιαντρο, κύμινο, ώριμο καρπό σχίνου, πιπέρι, κόκκινη καυτή πιπεριά). Το κρέας αφήνεται για 3-8 ημέρες στο κρασί. Με το μίγμα γεμίζονται τα ήδη καθαρισμένα έντερα χοίρου και με κόμπους (δήμματα) δημιουργούνται διατάξεις (τεράτσια) 8-12 λουκάνικων. Τα λουκάνικα καπνίζονται για 2-5 μέρες.
Γαστρονομία: Μπορεί να καταναλωθεί με διάφορους τρόπους (π.χ. τηγανητό ή στα κάρβουνα) και συνοδεύεται από ντομάτα, αγγούρι και ψωμί.

Φουντούκια Πιτσιλιάς

Τα Φουντούκια Πιτσιλιάς είναι εδώδιμοι ξηροί καρποί δύο κυρίως ποικιλιών: τα “Ντόπια” ή “Μακρουλά“ (Corylus maxima) και τα ”Περατικά” (Corylusavellana).
Ιστορία: Τα Φουντούκια Πιτσιλιάς, γνωστά με το όνομα “λεφτοκάρκα”, απαντώνται στην περιοχή Πιτσιλιάς, και ειδικότερα στις βόρειες πλαγιές της οροσειράς του Τροόδους, από τη Μαδαρή μέχρι την Παπούτσα. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, κυρίως κατά την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου, σε κοινότητες της Πιτσιλιάς διοργανώνονται χοροί και φεστιβάλ του Φουντουκιού.
Μέθοδος παραγωγής: Η συγκομιδή των Φουντουκιών Πιτσιλιάς γίνεται κυρίως τον Αύγουστο όταν ο καρπός αποχωρίζεται εύκολα από το φυλλώδες περίβλημά του και παίρνει καφέ χρώμα. Τα φουντούκια ξεφλουδίζονται κυρίως κατά τις απογευματινές ώρες του καλοκαιριού και απλώνονται στον ήλιο για 1 περίπου βδομάδα, μέχρι να αποξηραθούν. Διατηρούνται σε κατάλληλη θερμοκρασία χωρίς αλλοίωση για τουλάχιστον ένα χρόνο.
Γαστρονομία: Μπορούν να καταναλωθούν φρέσκα ή ξηρά. Φρέσκα καταναλώνονται για μικρό διάστημα μετά τη συγκομιδή τους προτού ξεφλουδιστούν και αποξηραθούν. Οι ξηροί καρποί μπορούν να καταναλωθούν από μόνοι τους, να χρησιμοποιηθούν στη ζαχαροπλαστική, στη βιομηχανία κατασκευής σοκολάτων ή να αποτελέσουν συνοδευτικό αλκοολούχων ποτών.


Ροδόσταγμα Αγρού
Το ροδόσταγμα Αγρού είναι απόσταγμα ολόκληρου του άνθους της Ροδής της Δαμασκηνής (Rosa Damascena).
Ιστορία: Η παραγωγή ροδοστάγματος γινόταν από παλιά κυρίως στα ορεινά χωριά του Τροόδους, με πιο φημισμένα τα χωριά Μηλικούρι και Αγρός. Το ροδόσταγμα πωλείτο στα πανηγύρια και συνήθως γινόταν ανταλλαγή του με προϊόντα των οποίων η καλλιέργεια δεν απέδιδε στις ορεινές περιοχές.
Μέθοδος παραγωγής: Τα τριαντάφυλλα μαζεύονται τις πολύ πρωινές ώρες και τα πέταλά τους τοποθετούνται κατ' ευθείαν στον αποστακτήρα. Οι παραγόμενοι υδρατμοί περνούν από ελικοειδή ψυκτικό σωλήνα, υγροποιούνται και συλλέγονται. Το ροδόσταγμα αποθηκεύεται σε γυάλινα δοχεία σκούρου χρώματος σε σκοτεινό και δροσερό μέρος.
Γαστρονομία: Το ροδόσταγμα χρησιμοποιείται ευρύτατα στο σιρόπι διαφόρων ειδών ζαχαροπλαστικής (π.χ. μπακλαβάδες, δάκτυλα, κ.ά.) και σε άλλα γλυκά όπως μαχαλλεπί, ρυζόγαλο, κ.λπ. Χρησιμοποιείται επίσης στην παραγωγή Σουτζιούκκου, Ππαλουζέ και Κκιοφτερκών

Πέστροφα Τροόδους
Η Πέστροφα Τροόδους είναι ψάρι (Oncorhynchus mykiss) γλυκού νερού και εκτρέφεται σε ιχθυοτροφεία που λειτουργούν στην οροσειρά Τροόδους. Ιστορία: Σε πολλές κοινότητες του Τροόδους, από το 1960, εξαιτίας του άγονου κάποιων περιοχών προς γεωργική εκμετάλλευση, πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να εκμεταλλευτούν την ύπαρξη των ποταμών και των φραγμάτων της περιοχής. Αυτό οδήγησε στην ανάπτυξη της εκτροφής της πέστροφας. Από το 1971, κοινότητες όπως η Κακοπετριά, οι Πλάτρες και το Φοινί, έγιναν τουριστικός προορισμός ντόπιων και ξένων για κατανάλωση / αγορά της πέστροφας.
Μέθοδος εκτροφής: Η εκτροφή της πέστροφας γίνεται σε δεξαμενές με νερό πηγών και ρυακιών της περιοχής Τροόδους. Η εκτροφή ανάλογα με τις επικρατούσες κλιματολογικές συνθήκες (ιδιαίτερα τη θερμοκρασία και βροχόπτωση) γίνεται καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Γαστρονομία: Η πέστροφα του Τροόδους καταναλώνεται ψημένη στα κάρβουνα, στη σχάρα και στο φούρνο. Τελευταία, χρησιμοποιείται ως κύριο συστατικό σε διάφορες συνταγές μαγειρικής.


Μανταρίνια Αρακαπά
Τα Μανταρίνια Αρακαπά καλλιεργούνται κυρίως στην περιοχή του χωριού Αρακαπάς της επαρχίας Λεμεσού και παράγονται από την ομώνυμη ποικιλία του είδους Citrus reticulata Blanco. Η μανταρινιά αυτή είναι γνωστή και ως “κυπριακή” ή “ντόπια” και είναι φημισμένη για τα φρούτα της που φέρουν όμως μεγάλο αριθμό σπερμάτων. Ο μέτριου μεγέθους καρπός έχει χρώμα κιτρινοπορτοκαλί κατά την ωρίμανση. Ο φλοιός του είναι λείος και λεπτός και αποσπάται εύκολα (Θ. Καπαρή-Ησαΐα, 2006).
Ιστορία: Η μανταρινιά Αρακαπά εισήχθηκε στην Κύπρο το 1870 (Παυλίδης, 1986). Σύμφωνα με τον Π. Γεννάδιο (1959), ο πρώτος που εισήγαγε τη μανταρινιά στην Κύπρο ονομαζόταν Γιουσούφ Eφέντης και έτσι τα παλαιότερα χρόνια η μανταρινιά αυτή ήταν γνωστή με το όνομά του.
Μέθοδος παραγωγής: Τα μανταρίνια Αρακαπά ωριμάζουν την περίοδο Δεκεμβρίου-Μαρτίου. Η συγκεκριμένη ποικιλία έχει προσαρμοστεί άριστα στις εδαφοκλιματικές συνθήκες της ημιορεινής περιοχής των χωριών πέριξ του Αρακαπά. Το φύλλωμα του δέντρου έχει μεγάλη ανθεκτικότητα στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα. Χαρακτηριστικό της ποικιλίας είναι ότι παρουσιάζει σε έντονη μορφή το φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας, δηλ. τη μια χρονιά παρατηρείται υπερπαραγωγή και την επόμενη πολύ μειωμένη παραγωγή. Για την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού, και κατ' επέκταση την αύξηση του μεγέθους του καρπού, συστήνεται αυστηρό κλάδεμα και αραίωμα των καρπών τη χρονιά με υπερπαραγωγή.
Γαστρονομία: Καταναλώνονται φρέσκα και επίσης χρησιμοποιούνται για φρέσκους χυμούς, μανταρινάδες,λικέρ, κ.ά.

Κυπριακή πατάτα κοκκινογής
Η κυπριακή πατάτα φημίζεται για την υπέροχη γεύση και τη σφικτή της υφή. Διακρίνεται εύκολα από το κοκκινωπό της χρώμα που αποκτάται από το εύφορο κόκκινο χώμα των Κοκκινοχωριών όπου κυρίως καλλιεργείται. Καλλιεργείται επίσης στην περιοχή δυτικά της Λευκωσίας (Ακάκι, Περιστερώνα και Αστρομερίτης). Οι κύριες καλλιεργήσιμες ποικιλίες είναι η Spunta, Marfona, Cara, Nicola, Sieglinde, Diamant, Timate, Liseta, Charlotte, Ditta, Filea, Superstar, κ.ά.
Ιστορία: Η ακριβής περίοδος και οι συνθήκες εισαγωγής της πατάτας στην Κύπρο δεν είναι τεκμηριωμένες. Οι πατάτες ήταν σημαντικό καλλιεργούμενο είδος διατροφής στο νησί προτού η Κύπρος γίνει αγγλική αποικία το 1878. Η πρώτη αναφερόμενη εισαγωγή σπόρων πατάτας είναι το 1909. Μέχρι την Ανεξαρτησία το 1960, το νησί εξήγαγε πατάτες κυρίως στη Μ. Βρετανία και Δυτική Ευρώπη.
Μέθοδος παραγωγής: Οι πατάτες καλλιεργούνται σε δυο κύριες καλλιεργητικές περιόδους. Για την ανοιξιάτικη καλλιέργεια, η φύτευση γίνεται το Νοέμβριο/Φεβρουάριο και η συγκομιδή τον Απρίλιο/Ιούνιο. Για αυτή την καλλιέργεια, ο πατατόσπορος συνήθως εισάγεται και είναι πιστοποιημένος. Ένα μέρος της ανοιξιάτικης καλλιέργειας διατηρείται ως σπόρος για τη φθινοπωρινή καλλιέργεια, η φύτευση της οποίας γίνεται τον Αύγουστο/Οκτώβριο και η συγκομιδή το  Νοέμβριο/Δεκέμβριο. Τόσο η ανοιξιάτικη όσο και η χειμερινή καλλιέργεια αρδεύονται. Μετά την εκρίζωση, οι κόνδυλοι συλλέγονται με το χέρι ή με ειδικές μηχανές και η συσκευασία των πατατών γίνεται στο χωράφι για να εξασφαλίζεται η φρεσκάδα τους. Συνήθως, γίνεται αμειψισπορά με σιτηρά του χειμώνα.
Γαστρονομία: Μπορεί να μαγειρευτεί με πολλούς τρόπους όπως οφτή στο φούρνο, ψητή, βραστή, τηγανιτή, γεμιστή, πουρέ, κ.λπ. Χρησιμοποιείται επίσης ως συστατικό σε διάφορα άλλα φαγητά.


Κολοκάσι
Το φυτό Κολοκάσια, κοινώς Κολοκάσι (Colocasia esculentum), είναι εδώδιμο φυτό (λαχανικό) που ανήκει στην οικογένεια των Αρωδών (Araceae). Καλλιεργείται για τα εδώδιμα αμυλούχα ριζώματά του. Ιστορία: Η παλαιότερη αναφορά στο Κολοκάσι της Κύπρου ανάγεται στο 1191 μ.Χ. σύμφωνα με την οποία σερβιρίστηκε σε δείπνο για τον εορτασμό του γάμου του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου με τη Βερεγγάρια στο Κάστρο Λεμεσού (Jeffery, 1926). Σύμφωνα με το Σακελλάριο (1890), τα καλύτερα Κολοκάσια της Κύπρου παράγονταν στη Λάπηθο και στην Πάφο. Πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, σημαντικές εκτάσεις καλλιεργούνταν στον Άγιο Ανδρόνικο Καρπασίας, στο Συριανοχώρι, και σε μικρότερο βαθμό στην επαρχία Πάφου. Σήμερα, το Κολοκάσι καλλιεργείται κυρίως στην επαρχία Αμμοχώστου, και ιδιαίτερα στο χωριό Σωτήρα, με μικρότερες εκτάσεις στα χωριά Φρέναρος και Λιοπέτρι.
Μέθοδος παραγωγής: Η φύτευση του Κολοκασιού αρχίζει τέλη Φεβρουαρίου (πρώιμη φύτευση) και συνεχίζεται μέχρι το Μάιο (όψιμη φύτευση) σε χωράφια με κοκκινόχωμα στα οποία έχει προηγηθεί καλλιέργεια με πλούσια λίπανση. Παράγει ένα μεγάλο κεντρικό ρίζωμα (μάππα), πολλά πλάγια ριζώματα (πούλλες) και μη εδώδιμα φύλλα. Η παραγωγή του διατίθεται κυρίως στη ντόπια αγορά, ενώ κάποιες ποσότητες εξάγονται στη Μ. Βρετανία για την κυπριακή παροικία. Γαστρονομία: Mαγειρεύεται με διάφορους τρόπους π.χ. γιαχνί με ή χωρίς κρέας, ή ως καπαμάς με κρασί (πολύ γνωστός στην επαρχία Αμμοχώστου).

Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου
Οι Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου είναι τρυπητές πίττες οι οποίες ψήνονταν πάνω στην “πλάκαν” - είδος πέτρας πάχους περίπου 3 εκατοστών που είναι στρογγυλεμένη και λεία και τοποθετείται πάνω στα κάρβουνα.
Ιστορία: Σύμφωνα με τους Κυπρή και Πρωτόπαπα (1997), οι Λαγγόπιττες είναι είδος πίττας την οποία έψηναν πάνω σε ‘πλάκαν’ στο Ριζοκάρπασο για τη νηστεία της γιορτής του Ιωάννη του Προδρόμου στις 29 Αυγούστου. Μέσα από τη βιβλιογραφία φαίνεται ότι Λαγγόπιττες παρασκευάζονταν και σε άλλες περιοχές της Κύπρου, ειδικά σε χωριά της Πάφου, σε διάφορες παραλλαγές.
Μέθοδος παραγωγής: Ετοιμάζεται η χαλαρή ζύμη η οποία είναι παχύρευστος χυλός από αλεύρι, νερό και προζύμι (πιθανή προσθήκη μικρής ποσότητας άλατος). Η ζύμη σκεπάζεται και τοποθετείται σε ζεστό μέρος για να “μπει” (να φουσκώσει). Στη συνέχεια, η πλάκα “πυρώννεται” (ζεσταίνεται καλά), στάζεται λάδι πάνω σ' αυτήν και αλείφεται για να μην κολλά. Ρίχνεται σταδιακά ο χυλός πάνω στην πλάκα για να ψηθεί. Όταν ψηθεί από τη μία πλευρά, γυρίζεται και από την άλλη μέχρι να ψηθεί (Ιωαννίδου M., 2007, Ντοκιμαντέρ: Με γέφυρα τη γευστικήμας παράδοση).
Γαστρονομία: Οι Λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου καταναλώνονταν ζεστές ή κρύες με μέλι ή χαρουπόμελο ή/και έψημα

Ακαθιώτικο τυρί
Το Ακαθιώτικο τυρί παρασκευαζόταν στην Ακανθού από νωπό αιγινό γάλα από ζώα που έβοσκαν ελεύθερα σε ανοικτούς χώρους και με ποικιλία αρωματικών φυτών της περιοχής.
Ιστορία: “Τυριά πολλά εξαίρετα των χωρίων Ακανθούς, και Κεφαλών, και τινών χωρίων της Πάφου” (Αρχιμανδρίτης Κυπριανός, 1788). Το 1890, ο Σακελλάριος αναφέρει: “Τα δε τυριά της Ακανθούς είναι τα καλλίτερα της νήσου”. Το Ακαθιώτικο τυρί παρασκευαζόταν κατά την περίοδο του “Πενηνταημέρου” πριν το Πάσχα και εξαγόταν στις γειτονικές χώρες της Κύπρου. Οι βοσκοί συνήθιζαν να τοποθετούν στην κουλιάστρα του γάλακτος κλαδιά λουβιδκιάς (ξισταρκάς), τα φύλλα της οποίας είχαν ένα κολλώδη χυμό με πολύ λεπτή μυρωδιά. Ως αποτέλεσμα, τα ξένα σώματα στο γάλα κολλούσαν στα φύλλα του φυτού, ενώ παράλληλα το γάλα, παρασύροντας μαζί του το άρωμα της λουβιδκιάς, αποκτούσε το ιδιαίτερο άρωμα του φυτού (Ιωαννίδου Μ. 2009, Ντοκιμαντέρ: Με γέφυρα τη γευστική μας παράδοση: Τα τυριά της Κύπρου).
Μέθοδος παραγωγής: Το αιγινό γάλα τοποθετείτο σε καζάνι (“χαρτζίν”) που έβραζε στη “νισκιά”. Προστίθετο πυτιά και το πήξιμο του γάλακτος ακολουθούσε το κόψιμο και ανακάτωμα του τυροπήγματος (“βλούγκου”). Ο “βλούγκος” τοποθετείτο σε ταλάρια και πιεζόταν έντονα με το χέρι. Τα ταλάρια τοποθετούνταν στο βραστό νορό (πρώτο βράσιμο). Το τυρί αφαιρείτο από τα ταλάρια και αφού τριβόταν για να γυαλίσει, αναποδογυριζόταν στα ταλάρια και πιεζόταν ξανά. Τα ταλάρια τοποθετούνταν ξανά στο ζεστό νορό (δεύτερο βράσιμο). Το τυρί αφαιρείτο από τα ταλάρια, αλατιζόταν και επανατοποθετείτο στα ταλάρια, διαδικασία που επαναλαμβανόταν για τις επόμενες 2-3 μέρες. Τέλος, το τυρί αφαιρείτο από τα ταλάρια και αφηνόταν έξω για 3-4 νύκτες για να υγρανθεί (“νοθκιαστεί”) από την υγρασία της νύκτας. Στη συνέχεια, είτε τοποθετείτο σε “ψαθαρκά” (πλεγμένο καλάμι) πάνω από “καπνιά” θάμνου σχινιάς για να καπνιστεί, είτε εμβαπτιζόταν σε λιωμένο κερί (Οικονομίδης, 2004).
Γαστρονομία: Το Ακαθιώτικο τυρί χρησιμοποιείτο για την παρασκευή των φλαούνων (βλέπε αρ. 5), ως μεζές ή για τρίμμα στα ζυμαρικά.


Σημείωση: Δεν περιλαμβάνονται στον χάρτη οίνοι και αλκοολούχα ποτά

Εκδόθηκε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών